Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρεμιέμαι

ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος κρεμώ Βικιλεξικό
    • Στην αρχή ο χασλαμάς, δηλαδή το καπνοσπορείο, μετά η φύτευση στο χωράφι, οι ενδιάμεσες καλλιεργητικές εργασίες, ώσπου να χρυσίσει το φύλλο, μετά το μάζεμα το πρωί πριν βγει ο ήλιος, για να περαστούν με τη βελόνα στο σπάγκο και να κρεμαστούν (Ζαφείρης Μέκκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 76)
  2. πιάνομαι από κάποιο ψηλό σημείο χωρίς τα πόδια μου να πατούν κάπου Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάεξαρτώμαι σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κρεμιέμαι: παθητική φωνή του ρήματος κρεμώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκρεμιέμαικρεμιέσαικρεμιέταικρεμιόμαστεκρεμιέστεκρεμιούνται
Παρατατικόςκρεμιόμουν / κρεμιόμουνακρεμιόσουν / κρεμιόσουνακρεμιόταν / κρεμιότανεκρεμιόμασταν / κρεμιόμαστεκρεμιόσασταν / κρεμιόσαστεκρεμιούνταν / κρεμιόνταν / κρεμιόντανε / κρεμιόντουσαν
Αόριστοςκρεμάστηκακρεμάστηκεςκρεμάστηκεκρεμαστήκαμεκρεμαστήκατεκρεμάστηκαν / κρεμαστήκαν / κρεμαστήκανε
Μέλλονταςθα κρεμαστώ / θα κρεμιέμαιθα κρεμαστείς / θα κρεμιέσαιθα κρεμαστεί / θα κρεμιέταιθα κρεμαστούμε / θα κρεμιόμαστεθα κρεμαστείτε / θα κρεμιέστεθα κρεμαστούν / θα κρεμαστούνε / θα κρεμιούνται
Παρακείμενοςέχω κρεμαστείέχεις κρεμαστείέχει κρεμαστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα κρεμαστείείχες κρεμαστεί————
Υποτακτικήνα έχω κρεμαστεί / να κρεμαστώ / να κρεμιέμαινα έχεις κρεμαστεί / να κρεμαστείς / να κρεμιέσαινα έχει κρεμαστεί / να κρεμαστεί / να κρεμιέταινα κρεμαστούμε / να κρεμιόμαστενα κρεμαστείτε / να κρεμιέστενα κρεμαστούν / να κρεμαστούνε / να κρεμιούνται
Προστακτική—κρεμάσου——κρεμαστείτε / κρεμιέστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →