Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρεοπώλης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που έχει ως επάγγελμα να πουλάει κρέας Βικιλεξικό
  2. ≈ συνώνυμα: κασάπης, χασάπης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κρεοπώλης < (ελληνιστική κοινή) κρεοπώλης < κρέ(ας) + -ο- + -πώλης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκρεοπώληςκρεοπώλες
Γενικήκρεοπώληκρεοπωλών
Αιτιατικήκρεοπώληκρεοπώλες
Κλητικήκρεοπώληκρεοπώλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →