κρεουργημένος
•
- που έχει κρεουργηθεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάφθαρμένος Βικιλεξικό
- κατάφερε να τα βγάλει πέρα με τα κρεουργημένα αγγλικά του
- τα χέρια του είναι κρεουργημένα από τη σκληρή δουλειά
Ετυμολογία
κρεουργημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κρεουργώ
Άλλοι τύποι
κρεουργημένακρεουργημένεκρεουργημένεςκρεουργημένηκρεουργημένηςκρεουργημένοκρεουργημένοικρεουργημένοςκρεουργημένουκρεουργημένουςκρεουργημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →