κρεοφάγος
•
- ο κρεατοφάγος Βικιλεξικό
- Το φαγητό ήταν υπέροχο, όπως και χτες. Ωμή σαλάτα, ο ζωμός από τα σιγοβρασμένα όσπρια κι από κάτω ο πολτός των οσπρίων, με καυτερή πιπερίτσα, ρίγανη κ.α. μυρωδικά. Με τόσο νόστιμα χορτοφαγικά γεύματα, και κρεοφάγος αν ήσουν, θα εγκατέλειπες για πάντα την κρεοφαγία. (Ευάγγελος Γράψας, Ο Αχρημάς - Μέρος 1, Ο Καλαμάνθρωπος και τα Μαγικά Χαλιά του, εκδ. Ακακία, 2011 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%91%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%AC%CF%82_%CE%9C%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82_1/2ry0BgAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AC%22&pg=PT39&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
κρεοφάγος < κρεο- + -φάγος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρεοφάγος | κρεοφάγα / κρεοφάγος | κρεοφάγο |
| Γενική | κρεοφάγου | κρεοφάγας / κρεοφάγου | κρεοφάγου |
| Αιτιατική | κρεοφάγο | κρεοφάγα / κρεοφάγο | κρεοφάγο |
| Κλητική | κρεοφάγε | κρεοφάγε / κρεοφάγα | κρεοφάγο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρεοφάγοι | κρεοφάγες / κρεοφάγοι | κρεοφάγα |
| Γενική | κρεοφάγων | κρεοφάγων | κρεοφάγων |
| Αιτιατική | κρεοφάγους | κρεοφάγες / κρεοφάγους | κρεοφάγα |
| Κλητική | κρεοφάγοι | κρεοφάγες / κρεοφάγοι | κρεοφάγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →