κρεούργησις
•
- καθαρεύουσαη ενέργεια του κρεουργώ: τεμάχισμα, λιάνισμα κρέατος Βικιλεξικό
- καθαρεύουσαη ανηλεής κατακρεούργηση ανθρώπων, μακελειό, σκοτωμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρεούργησις, ήδη το 1889 < κρεουργῶ, κρεουργη- + -σις
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →