κρεσέντο
•
- μουσικήη βαθμιαία αύξηση της έντασης ενός μουσικού κομματιού Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο μέρος του μουσικού κομματιού όπου αυξάνεται βαθμιαία η ένταση Βικιλεξικό
- μεταφορικάη αύξηση της δύναμης με σταθερό τρόπο, ώστε να παρατηρείται κορύφωση σε κάποιο υψηλό σημείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρεσέντο < (άμεσο δάνειο) ιταλική crescendo < λατινική crescendum < cresco (αυξάνω)
Άλλοι τύποι
κρετσέντο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →