κρεόζωτο
•
- χημείαουσία μαύρου χρώματος και δυσάρεστης οσμής με οργανικές ενώσεις, που παράγεται από πίσσες ή πυρόλυση και χρησιμοποιείται ως συντηρητικό ή αντισηπτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρεόζωτο < γερμανική Kreosot < Kreo- (αρχ. ελλ. κρέας) + sot- (αρχ. ελλ. σωτήρ με την έννοια διατηρητής). Μορφολογικά αναλύεται σε κρεό- + -ζωτο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρεόζωτο | κρεόζωτα |
| Γενική | κρεοζώτου / κρεόζωτου | κρεοζώτων / κρεόζωτων |
| Αιτιατική | κρεόζωτο | κρεόζωτα |
| Κλητική | κρεόζωτο | κρεόζωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →