κρητιδογραφία
•
- ζωγραφικήμέθοδος ζωγραφικής τέχνης κατά την οποία ο καλλιτέχνης δουλεύει με χρωματιστές κιμωλίες ή μολύβια, ειδικά, πάνω σε χοντρό πορώδες χαρτί Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάέργο τέχνης που έγινε με την τεχνική αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρητιδογραφία < κρητίδ(α) + -ο- + -γραφία, απόδοση για τη γαλλική pastel
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρητιδογραφία | κρητιδογραφίες |
| Γενική | κρητιδογραφίας | κρητιδογραφιών |
| Αιτιατική | κρητιδογραφία | κρητιδογραφίες |
| Κλητική | κρητιδογραφία | κρητιδογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →