κρητικά
•
- κρητική ποικιλία της νεοελληνικής γλώσσας ή της μεσαιωνικής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρητικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κρητικός στον πληθυντικό
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κρητικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κρητικός στον πληθυντικό
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →