κρικέλα
•
- χαλκάς Βικιλεξικό
- κρίκος Βικιλεξικό
- Χτύπησα μια την κρικέλα της πόρτας τους κι ακούω ένα κραχ
- το δημόσιο ταμείο Βικιλεξικό
- Να πιαστούν απ' την κρικέλα (κρικέλα λένε το δημόσιο ταμείο) ή να πάνε ξενιτειά. (Δημήτρης Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, 1938, σελ. 12)
Ετυμολογία
κρικέλα < κρικέλι + μεγεθυντικό επίθημα -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρικέλα | κρικέλες |
| Γενική | κρικέλας | κρικελών |
| Αιτιατική | κρικέλα | κρικέλες |
| Κλητική | κρικέλα | κρικέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →