κροκάλα
•
- πέτρα με στρογγυλεμένες άκρες που βρίσκεται συνήθως σε ποτάμια, λίμνες ή παραθαλάσσιες περιοχές Βικιλεξικό
- πελεκημένη πέτρα πρισματικού σχήματος με επίπεδη άνω επιφάνεια που χρησιμοποιείται για την κατασκευή του καταστρώματος δρόμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κροκάλα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κροκάλη (αρχαία σημασία: ακτή) < κρόκη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κροκάλα | κροκάλες |
| Γενική | κροκάλας | κροκαλών |
| Αιτιατική | κροκάλα | κροκάλες |
| Κλητική | κροκάλα | κροκάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →