Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κροκοδειλάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μικρός σε μέγεθος ή ηλικία κροκόδειλος Βικιλεξικό
  2. ερπετόσαύρα της ελληνικής υπαίθρου (Stellagama stellio συνώνυμο του Laudakia stellio) Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικάμικρό αντικείμενο που αναπαριστά κροκόδειλο Βικιλεξικό
  4. ηλεκτρολογίακλιπσάκι που έχει οδοντώσεις το οποίο χρησιμοποιείται για προσωρινή σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος (από το αγγλικό: crocodile clip) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κροκοδειλάκι < κροκόδειλ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκροκοδειλάκικροκοδειλάκια
Γενική——
Αιτιατικήκροκοδειλάκικροκοδειλάκια
Κλητικήκροκοδειλάκικροκοδειλάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →