κροκοδειλάκι
•
- μικρός σε μέγεθος ή ηλικία κροκόδειλος Βικιλεξικό
- ερπετόσαύρα της ελληνικής υπαίθρου (Stellagama stellio συνώνυμο του Laudakia stellio) Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάμικρό αντικείμενο που αναπαριστά κροκόδειλο Βικιλεξικό
- ηλεκτρολογίακλιπσάκι που έχει οδοντώσεις το οποίο χρησιμοποιείται για προσωρινή σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος (από το αγγλικό: crocodile clip) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κροκοδειλάκι < κροκόδειλ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κροκοδειλάκι | κροκοδειλάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κροκοδειλάκι | κροκοδειλάκια |
| Κλητική | κροκοδειλάκι | κροκοδειλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →