Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κροκοδειλίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κροκόδειλο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή ανήκει σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • Αλλά η ανακάλυψη ενός απολιθώματος ανατρέπει αυτές τις εκτιμήσεις, καθώς δείχνει ότι οι «ξάδερφοι» των δεινοσαύρων είχαν μια απρόσμενα κροκοδειλίσια εμφάνιση. (*)

Ετυμολογία

κροκοδειλίσιος < κροκόδειλος + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκροκοδειλίσιοςκροκοδειλίσιακροκοδειλίσιο
Γενικήκροκοδειλίσιουκροκοδειλίσιαςκροκοδειλίσιου
Αιτιατικήκροκοδειλίσιοκροκοδειλίσιακροκοδειλίσιο
Κλητικήκροκοδειλίσιεκροκοδειλίσιακροκοδειλίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκροκοδειλίσιοικροκοδειλίσιεςκροκοδειλίσια
Γενικήκροκοδειλίσιωνκροκοδειλίσιωνκροκοδειλίσιων
Αιτιατικήκροκοδειλίσιουςκροκοδειλίσιεςκροκοδειλίσια
Κλητικήκροκοδειλίσιοικροκοδειλίσιεςκροκοδειλίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →