κροκοπαραγωγός
•
- επάγγελμαάτομο το οποίο ασχολείται με την καλλιέργεια και την παραγωγή του φυτού κρόκος Βικιλεξικό
- Ο μέσος όρος καλλιεργήσιμης έκτασης ενός κροκοπαραγωγού είναι περίπου πέντε στρέμματα και η απόδοση αγγίζει τα 900 γραμμάρια το στρέμμα.
- Στην ανάκτηση «χαμένων» αγορών, τη διείσδυση σε νέες και να προχωρήσουν σε «άνοιγμα» στο εσωτερικό, επιδιώκουν οι κροκοπαραγωγοί της Κοζάνης.
- Σε αναζήτηση 2.000 στρεμμάτων καλλιέργειας κρόκου για φέτος το καλοκαίρι βρίσκεται ο Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Κροκοπαραγωγών λόγω αυξημένης ζήτησης, όπως τονίστηκε σε συνάντηση...
Ετυμολογία
κροκοπαραγωγός < κρόκ(ος) + -ο- + -παραγωγός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κροκοπαραγωγός | κροκοπαραγωγοί |
| Γενική | κροκοπαραγωγού | κροκοπαραγωγών |
| Αιτιατική | κροκοπαραγωγό | κροκοπαραγωγούς |
| Κλητική | κροκοπαραγωγέ | κροκοπαραγωγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →