Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κροκοπαραγωγός

/kɾo.ko.pa.ɾa.ɣoˈɣos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαάτομο το οποίο ασχολείται με την καλλιέργεια και την παραγωγή του φυτού κρόκος Βικιλεξικό
    • Ο μέσος όρος καλλιεργήσιμης έκτασης ενός κροκοπαραγωγού είναι περίπου πέντε στρέμματα και η απόδοση αγγίζει τα 900 γραμμάρια το στρέμμα.
    • Στην ανάκτηση «χαμένων» αγορών, τη διείσδυση σε νέες και να προχωρήσουν σε «άνοιγμα» στο εσωτερικό, επιδιώκουν οι κροκοπαραγωγοί της Κοζάνης.
    • Σε αναζήτηση 2.000 στρεμμάτων καλλιέργειας κρόκου για φέτος το καλοκαίρι βρίσκεται ο Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Κροκοπαραγωγών λόγω αυξημένης ζήτησης, όπως τονίστηκε σε συνάντηση...

Ετυμολογία

κροκοπαραγωγός < κρόκ(ος) + -ο- + -παραγωγός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκροκοπαραγωγόςκροκοπαραγωγοί
Γενικήκροκοπαραγωγούκροκοπαραγωγών
Αιτιατικήκροκοπαραγωγόκροκοπαραγωγούς
Κλητικήκροκοπαραγωγέκροκοπαραγωγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →