κροντήρι
•
- ο κρατήρας, το ανοιχτό δοχείο μέσα στο οποίο γινόταν η ανάμειξη του κρασιού με το νερό στην αρχαιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κροντήρι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κροντήρι | κροντήρια |
| Γενική | κροντηριού | κροντηριών |
| Αιτιατική | κροντήρι | κροντήρια |
| Κλητική | κροντήρι | κροντήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →