κροσέ
•
- βελόνα για πλέξιμο με γυριστή / αγκιστρωτή απόληξη Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηο τρόπος πλέξης που γίνεται με τέτοια βελόνα ή (συνεκδοχικά) το πλεκτό που πλέκεται έτσι Βικιλεξικό
- μεταφορικάείδος πυγμαχικού χτυπήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κροσέ < γαλλική crochet < μέση γαλλική crochet < παλαιά γαλλική crochet / crokét < croc < πρωτογερμανική *krōkaz (γάντζος) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gerg- (τυλίγω, συστρέφω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →