κροταλίας
•
- φίδιείδος δηλητηριώδους φιδιού με κρόταλο στην άκρη της ουράς, από το γένος Crotalus Βικιλεξικό
- ο πονηρός άνθρωπος Βικιλεξικό
- Πρόσεχέ τον! Είναι κροταλίας!
Ετυμολογία
κροταλίας < (άμεσο δάνειο) λατινική crotalum < αρχαία ελληνική κρόταλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κροταλίας | κροταλίες |
| Γενική | κροταλία | κροταλιών |
| Αιτιατική | κροταλία | κροταλίες |
| Κλητική | κροταλία | κροταλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →