κρουνός
•
- βρύση που τοποθετείται συνήθως σε δρόμους για την παροχή μεγάλων ποσοτήτων νερού σε έκτακτες περιπτώσεις (π.χ. πυρκαγιές) Βικιλεξικό
- μεταφορικάαφθονία παροχών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρουνός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρουνός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρουνός | κρουνοί |
| Γενική | κρουνού | κρουνών |
| Αιτιατική | κρουνό | κρουνούς |
| Κλητική | κρουνέ | κρουνοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →