Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρουσταλλένιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποο κρυσταλλένιος Βικιλεξικό
    • καὶ οἱ μπόλιες μεταξένιες καὶ τὰ πιᾶτα φιρφιρένια , τὰ κουτάλια ἀσημένια, τὰ περούνια ἀτσαλένια, τὰ μαχαίρια μεταλλένια, τὰ ποτήρια κρουσταλλένια καὶ τὰ χέρια ποῦ τὴ στρώνουν μαργαριταρένια (Εὐστ . Γ . Πολίτου , Ο γάμος ἐν Λευκάδι, σελ. 317 στο Λαογραφία, Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, τόμος Α΄, τύποις Σακελλαρίου, 1909 https://www.google.gr/books/edition/Laographia/ES4wAQAAMAAJ?hl=en&gbpv=1)

Ετυμολογία

κρουσταλλένιος < μετατροπή από "υ" σε "ου" του κρυσταλλένιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκρουσταλλένιοςκρουσταλλένιακρουσταλλένιο
Γενικήκρουσταλλένιουκρουσταλλένιαςκρουσταλλένιου
Αιτιατικήκρουσταλλένιοκρουσταλλένιακρουσταλλένιο
Κλητικήκρουσταλλένιεκρουσταλλένιακρουσταλλένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκρουσταλλένιοικρουσταλλένιεςκρουσταλλένια
Γενικήκρουσταλλένιωνκρουσταλλένιωνκρουσταλλένιων
Αιτιατικήκρουσταλλένιουςκρουσταλλένιεςκρουσταλλένια
Κλητικήκρουσταλλένιοικρουσταλλένιεςκρουσταλλένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →