κρούω
•
- λόγιοχτυπώ ένα αντικείμενο που παράγει χαρακτηριστικό ήχο Βικιλεξικό
- κρούω τον κώδωνα του κινδύνου
Ετυμολογία
κρούω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρούω | κρούεις | κρούει | κρούουμε | κρούετε | κρούουν / κρούουνε |
| Παρατατικός | έκρουα | έκρουες | έκρουε | κρούαμε | κρούατε | έκρουαν / κρούαν / κρούανε |
| Αόριστος | έκρουσα | έκρουσες | έκρουσε | κρούσαμε | κρούσατε | έκρουσαν / κρούσαν / κρούσανε |
| Μέλλοντας | θα κρούσω / θα κρούω | θα κρούεις / θα κρούσεις | θα κρούει / θα κρούσει | θα κρούουμε / θα κρούσουμε | θα κρούετε / θα κρούσετε | θα κρούουν / θα κρούουνε / θα κρούσουν / θα κρούσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κρούσει | έχεις κρούσει | έχει κρούσει | έχουμε κρούσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρούσει | είχες κρούσει | είχε κρούσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κρούσει / να κρούσω / να κρούω | να έχεις κρούσει / να κρούεις / να κρούσεις | να έχει κρούσει / να κρούει / να κρούσει | να έχουμε κρούσει / να κρούουμε / να κρούσουμε | να κρούετε / να κρούσετε | να κρούουν / να κρούουνε / να κρούσουν / να κρούσουνε |
| Προστακτική | — | κρούε / κρούσε | — | — | κρούετε / κρούστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →