κρυοπηξία
•
- ιατρικήη κρυοθεραπεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρυοπηξία < κρυο- ) + (πήγνυμι, πηγ- >)πηξ- + -ία, (απόδοση) γαλλική cryocoagulation < cryo- (< αρχαία ελληνική κρύος) + coagulation < λατινική coagulatio < coagulo < cogo (συλλέγω) / λόγιο ενδογενές δάνειο: cryopexy
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρυοπηξία | κρυοπηξίες |
| Γενική | κρυοπηξίας | κρυοπηξιών |
| Αιτιατική | κρυοπηξία | κρυοπηξίες |
| Κλητική | κρυοπηξία | κρυοπηξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →