κρυπτογράφος
•
- επάγγελμαπου έχει ως επάγγελμα την κρυπτογράφηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρυπτογράφος < λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική cryptographe < cryptographie. Αναλύονται σε crypto- + -graphe (κρυπτο- + -γράφος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρυπτογράφος | κρυπτογράφοι |
| Γενική | κρυπτογράφου | κρυπτογράφων |
| Αιτιατική | κρυπτογράφο | κρυπτογράφους |
| Κλητική | κρυπτογράφε | κρυπτογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →