Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρυσταλλογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημεία, (γεωλογία): ο σχετικός με κρυσταλλογραφία Βικιλεξικό
    • "κρυσταλλογραφική ταξινόμηση", "κρυσταλλογραφικό σύστημα"

Ετυμολογία

κρυσταλλογραφικός < κρυσταλλογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκρυσταλλογραφικόςκρυσταλλογραφικήκρυσταλλογραφικό
Γενικήκρυσταλλογραφικούκρυσταλλογραφικήςκρυσταλλογραφικού
Αιτιατικήκρυσταλλογραφικόκρυσταλλογραφικήκρυσταλλογραφικό
Κλητικήκρυσταλλογραφικέκρυσταλλογραφικήκρυσταλλογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκρυσταλλογραφικοίκρυσταλλογραφικέςκρυσταλλογραφικά
Γενικήκρυσταλλογραφικώνκρυσταλλογραφικώνκρυσταλλογραφικών
Αιτιατικήκρυσταλλογραφικούςκρυσταλλογραφικέςκρυσταλλογραφικά
Κλητικήκρυσταλλογραφικοίκρυσταλλογραφικέςκρυσταλλογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →