κρυσταλλογραφικός
•
- χημεία, (γεωλογία): ο σχετικός με κρυσταλλογραφία Βικιλεξικό
- "κρυσταλλογραφική ταξινόμηση", "κρυσταλλογραφικό σύστημα"
Ετυμολογία
κρυσταλλογραφικός < κρυσταλλογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρυσταλλογραφικός | κρυσταλλογραφική | κρυσταλλογραφικό |
| Γενική | κρυσταλλογραφικού | κρυσταλλογραφικής | κρυσταλλογραφικού |
| Αιτιατική | κρυσταλλογραφικό | κρυσταλλογραφική | κρυσταλλογραφικό |
| Κλητική | κρυσταλλογραφικέ | κρυσταλλογραφική | κρυσταλλογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρυσταλλογραφικοί | κρυσταλλογραφικές | κρυσταλλογραφικά |
| Γενική | κρυσταλλογραφικών | κρυσταλλογραφικών | κρυσταλλογραφικών |
| Αιτιατική | κρυσταλλογραφικούς | κρυσταλλογραφικές | κρυσταλλογραφικά |
| Κλητική | κρυσταλλογραφικοί | κρυσταλλογραφικές | κρυσταλλογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →