κρυψίνοια
•
- η απόκρυψη, η μή έκφραση της σκέψης κάποιου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη ανειλικρίνεια, η προσποίηση, η υποκρισία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρυψίνοια < κρυψίνους
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρυψίνοια | κρυψίνοιες |
| Γενική | κρυψίνοιας | κρυψινοιών |
| Αιτιατική | κρυψίνοια | κρυψίνοιες |
| Κλητική | κρυψίνοια | κρυψίνοιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →