κρυψόρχης
•
- αυτός που πάσχει από κρυψορχία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρυψόρχης < ελληνιστική κοινή κρυψόρχης
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κρυψόρχης < ελληνιστική κοινή κρυψόρχης
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →