Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρυψώνας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η κρυψώνα, μέρος, για να κρυφτεί κάποιος ή να κρύψει κάτι Βικιλεξικό
    • Θα σταθούνε μαζί και θα δουν να περνάνε σαν καράβια οι στιγμές που ποτέ δε γερνάνε και τα πρόσωπα που έγιναν δρόμοι κι αιώνες και τα όνειρα που έσκαψαν μες στα χρόνια κρυψώνες.
    • 19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941 Στα μυστικά του βάλτου, Κεφάλαιο ΚΣΤ, χ.ε., αρχική δημοσίευση: 1937.

Ετυμολογία

κρυψώνας < κρυψ- + -ώνας, και με μεταπλασμό βάσει του θέματος κρυψ- του ρήματος κρύβω σε θηλυκό γένος (κρυψώνα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκρυψώναςκρυψώνες
Γενικήκρυψώνακρυψώνων
Αιτιατικήκρυψώνακρυψώνες
Κλητικήκρυψώνακρυψώνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →