κρόσσι
•
- νήματα στην άκρη υφάσματος τα οποία αντί να δεθούν αφήνονται ελεύθερα για διακόσμηση Βικιλεξικό
- λειρί κόκορα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρόσσι < ελληνιστική κοινή κροσσίον + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρόσσι | κρόσσια |
| Γενική | κροσσιού | κροσσιών |
| Αιτιατική | κρόσσι | κρόσσια |
| Κλητική | κρόσσι | κρόσσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →