κρόταφος
•
- ανατομίατο αριστερό και δεξιό πλαϊνό μέρος του κρανίου, μεταξύ της οφθαλμικής κόγχης και του αφτιού Βικιλεξικό
- με το πιστόλι στον κρόταφο
- η γοητεία των γκρίζων κροτάφων
Ετυμολογία
κρόταφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρόταφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρόταφος | κρόταφοι |
| Γενική | κροτάφου / κρόταφου | κροτάφων |
| Αιτιατική | κρόταφο | κροτάφους / κρόταφους |
| Κλητική | κρόταφε | κρόταφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →