κρύο
•
- η ύπαρξης ψυχρών θερμοκρασιών σε μια περιοχή ή θερμοκρασιών κατώτερων από τις συνηθισμένες ή ανεκτές σε μια περιοχή Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάκρυολόγημα Βικιλεξικό
- πληθυντικόςτα κρύα: η κρύα περίοδος του χειμώνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρύο < μεσαιωνική ελληνική κρύο < αρχαία ελληνική κρύος (ουδέτερο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kreus- (ρίγος) ή *kruh₂- (αίμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρύο | κρύα |
| Γενική | κρύου | κρύων |
| Αιτιατική | κρύο | κρύα |
| Κλητική | κρύο | κρύα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →