κρύο ανέκδοτο
•
- μεταφορικάσαχλό ανέκδοτο που δεν είναι καθόλου αστείο, που πέφτει στο κενό ή κάνει τους άλλους να νιώσουν άβολα· κακό αστείο Βικιλεξικό
- Παράδειγμα κρύου ανέκδοτου: «Τι κάνει ο ήλιος μέσα στο νερό; Κατάδυση.»
Ετυμολογία
κρύο ανέκδοτο < Πιθανόν η ονομασία οφείλεται στην αίσθηση της παγωνιάς που νιώθει ο δέκτης όταν ειπωθεί το αστείο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρύο ανέκδοτο | κρύα ανέκδοτα |
| Γενική | κρύου ανέκδοτου | κρύων ανέκδοτων |
| Αιτιατική | κρύο ανέκδοτο | κρύα ανέκδοτα |
| Κλητική | κρύο ανέκδοτο | κρύα ανέκδοτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →