κρύπτη
•
- καλυμμένος χώρος κατάλληλος για την απόκρυψη αντικειμένων ή ανθρώπων Βικιλεξικό
- υπόγεια κατασκευή σε σχήμα θόλου η οποία λειτουργούσε ως χώρος λατρείας κατά τη διάρκεια των διωγμών των Χριστιανών Βικιλεξικό
- είδος τάφου εντός μεγαλύτερου, οικογενειακού κυρίως, τάφου Βικιλεξικό
- ανατομίακόλπωμα στο επιθήλιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρύπτη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κρύπτη < αρχαία ελληνική κρυπτή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρύπτη | κρύπτες |
| Γενική | κρύπτης | κρυπτών |
| Αιτιατική | κρύπτη | κρύπτες |
| Κλητική | κρύπτη | κρύπτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →