κστω
•
- ιδιωματικόχρωστώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κστω < ελληνιστική κοινή χρεωστῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κστω < ελληνιστική κοινή χρεωστῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →