Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κτίσμα

/ˈkti.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οποιοδήποτε κτήριο Βικιλεξικό
    • Πρόκειται για ένα λίθινο κτίσμα, διαμέτρου τουλάχιστον 7 μέτρων, εξαιρετικά προσεγμένο κατασκευαστικά, με διπλή σειρά δόμων, που σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση, ενώ υπάρχουν ενδείξεις για κατασκευές στο εσωτερικό του-ενδεχόμενα ορθογώνιων πεσσών. (Μαρία Ριτζαλέου, Κύπρος: Μυστήριο με κυκλικό κτίσμα 9000 χρόνων, εφημ. Έθνος, 20 Ιανουαρίου 2020)
  2. το δημιούργημα του Θεού Βικιλεξικό
    • Καθὼς λοιπὸν ὅσα προσφέρονται θυσία εἰς τοὺς δαίμονας εἶναι πονηρὰ, καὶ πλήρη κακίας, ὄχι ὅτι τὰ κτίσματα τοῦ Θεοῦ εἶναι πονηρὰ, ἐπειδὴ μήτε οἱ δαίμονες, ὡς κτίσματα δὲν εἶναι πονηροὶ, καθότι ὅλα τὰ παρὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι καλὰ, ἀλλὰ διότι ἔγιναν πονηρὰ ἐκ προαιρέσεως, καὶ ἀποστάται Θεοῦ αὐτοθελήτως, καὶ μὲ τὸ αὐτεξούσιόν τους· (Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Συμεών, Τα άπαντα εις εξ μέρη διαιρεθέντα, (Παρά Πάνω Θεοδοσίου τω εξ Ιωαννίνων: Βενετία, 1820), σελ. 33)

Ετυμολογία

κτίσμα < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκτίσμακτίσματα
Γενικήκτίσματοςκτισμάτων
Αιτιατικήκτίσμακτίσματα
Κλητικήκτίσμακτίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →