κτενάς
•
- επάγγελμααυτός που κατασκευάζει κτένες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κτενάς < κτέν(α) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κτενάς | κτενάδες |
| Γενική | κτενά | κτενάδων |
| Αιτιατική | κτενά | κτενάδες |
| Κλητική | κτενά | κτενάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →