Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κτηματικός

/kti.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κτήμα(τα), ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • Ὁ παπούς μας, ὁ πατέρας τοῦ πατέρα μας, ὁ Δημήτριος Ρίτσος, ἦταν προύχοντας τῆς Μονεμβασιάς, μέ τεράστια κτηματική περιουσία καί πλῆθος ἀνθρώπων στήν δούλεψή του. (Παντελής Πρεβελάκης, Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος συνολική θεώρηση του έργου του, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992, σελ. 67)

Ετυμολογία

κτηματικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κτηματικός < αρχαία ελληνική κτῆμα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκτηματικόςκτηματικήκτηματικό
Γενικήκτηματικούκτηματικήςκτηματικού
Αιτιατικήκτηματικόκτηματικήκτηματικό
Κλητικήκτηματικέκτηματικήκτηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκτηματικοίκτηματικέςκτηματικά
Γενικήκτηματικώνκτηματικώνκτηματικών
Αιτιατικήκτηματικούςκτηματικέςκτηματικά
Κλητικήκτηματικοίκτηματικέςκτηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →