κτηματοκεντρικός
•
- νεολογισμόςπου έχει ως κέντρο του συστήματος οργάνωσης και καταγραφής το κτήμα κι όχι τον κτήτορα Βικιλεξικό
- Τα βιβλία του κτηματολογίου έχουν κτηματοκεντρικό χαρακτήρα
- Ο κτηματοκεντρικός χαρακτήρας του περιεχομένου των βιβλίων του κτηματολογίου παρέχει μείζονες εγγυήσεις διασφαλίσεως της ουσιαστικής, ιδίως, δημοσιότητας, γεγονός που αντικειμενικά θεωρείται ως το καταστατικό πλεονέκτημα του συστήματος του κτηματολογίου (Κωνσταντίνος Γ. Παπαγεωργίου, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ & ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ, Το νομικό κύρος των τίτλων ιδιοκτησίας των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων στην προοπτική του Εθνικού Κτηματολογίου, https://web.archive.org/web/20230701191541/https://www.arthro-13.com/products/papageorgioy-g-konstantinos/)
- Κατά το έτος 2001, που θεσπίσθηκε η υποχρέωση αυτή της πολιτείας, ο συνταγματικός νομοθέτης ήταν σε γνώση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998, με τους οποίους ρυθμίστηκε η διαδικασία σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου, που περιλαμβάνει την κτηματογράφηση των ακινήτων και την αναγνώριση των εγγραπτέων σε αυτό δικαιωμάτων, και το οποίο αποτελεί σύστημα οργανωμένων σε κτηματοκεντρική και όχι προσωποκεντρική βάση πληροφοριών, οι οποίες δεν είναι μόνο νομικές αλλά και τεχνικές, με σκοπό τον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων. (ΟλΣτΕ 1757/2019: Συνταγματική η κατάργηση των άμισθων υποθηκοφυλακείων & η μεταφορά των αρμοδιοτήτων τους στο ΝΠΔΔ «Ελληνικό Κτηματολόγιο», sakkoulas-online.gr, 14/11/2019, https://www.sakkoulas-online.gr/news/olste-1757-2019-syntagmatiki-i-katargisi-ton-amisthon-ypothikofylakeion-i-metafora-ton-armodiotiton-tous-sto-npdd-elliniko-ktimatologio/)
Ετυμολογία
κτηματοκεντρικός < κτήμα, κτηματ- + -ο- + κεντρικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κτηματοκεντρικός | κτηματοκεντρική | κτηματοκεντρικό |
| Γενική | κτηματοκεντρικού | κτηματοκεντρικής | κτηματοκεντρικού |
| Αιτιατική | κτηματοκεντρικό | κτηματοκεντρική | κτηματοκεντρικό |
| Κλητική | κτηματοκεντρικέ | κτηματοκεντρική | κτηματοκεντρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κτηματοκεντρικοί | κτηματοκεντρικές | κτηματοκεντρικά |
| Γενική | κτηματοκεντρικών | κτηματοκεντρικών | κτηματοκεντρικών |
| Αιτιατική | κτηματοκεντρικούς | κτηματοκεντρικές | κτηματοκεντρικά |
| Κλητική | κτηματοκεντρικοί | κτηματοκεντρικές | κτηματοκεντρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →