κτηματολόγιο
•
- δημόσιο βιβλίο, ή ηλεκτρονικό μητρώο στο οποίο είναι καταγεγραμμένα λεπτομερειακά (θέση, έκταση, κυριότητα και αξία) τα ακίνητα μιας περιοχής Βικιλεξικό
- η υπηρεσία υπεύθυνη για την κυριότητα και μεταβίβαση κτημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κτηματολόγιο < κτήματο(ς) + -λόγιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κτηματολόγιο | κτηματολόγια |
| Γενική | κτηματολογίου / κτηματολόγιου | κτηματολογίων / κτηματολόγιων |
| Αιτιατική | κτηματολόγιο | κτηματολόγια |
| Κλητική | κτηματολόγιο | κτηματολόγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →