Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κτηματολόγιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δημόσιο βιβλίο, ή ηλεκτρονικό μητρώο στο οποίο είναι καταγεγραμμένα λεπτομερειακά (θέση, έκταση, κυριότητα και αξία) τα ακίνητα μιας περιοχής Βικιλεξικό
  2. η υπηρεσία υπεύθυνη για την κυριότητα και μεταβίβαση κτημάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κτηματολόγιο < κτήματο(ς) + -λόγιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκτηματολόγιοκτηματολόγια
Γενικήκτηματολογίου / κτηματολόγιουκτηματολογίων / κτηματολόγιων
Αιτιατικήκτηματολόγιοκτηματολόγια
Κλητικήκτηματολόγιοκτηματολόγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →