κτηνιατρικός
•
- που αναφέρεται στον κτηνίατρο και την επιστήμη του Βικιλεξικό
- ότι οι εθνικές κτηνιατρικές υπηρεσίες έχουν αναλάβει την υποχρέωση να κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη, με τηλεγράφημα, τηλετυπία ή τηλεφωτοτυπία, εντός 24 ορών, την επιβεβαίωση της εμφάνισης οποιασδήποτε μολυσματικής ή μεταδοτικής νόσου των ιπποειδών των πινάκων Α και Β του αρμόδιου κτηνιατρικού οργανισμού (93/195/ΕΟΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 2ας Φεβρουαρίου 1993 για τους υγειονομικούς όρους και την υγειονομική πιστοποίηση που απαιτούνται για την επανείσοδο εγγεγραμμένων ίππων προοριζόμενων για ιπποδρομίες, διαγωνισμούς και πολιτιστικές εκδηλώσεις μετά από προσωρινή εξαγωγή https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:31993D0195)
Ετυμολογία
κτηνιατρικός < κτηνίατρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κτηνιατρικός | κτηνιατρική | κτηνιατρικό |
| Γενική | κτηνιατρικού | κτηνιατρικής | κτηνιατρικού |
| Αιτιατική | κτηνιατρικό | κτηνιατρική | κτηνιατρικό |
| Κλητική | κτηνιατρικέ | κτηνιατρική | κτηνιατρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κτηνιατρικοί | κτηνιατρικές | κτηνιατρικά |
| Γενική | κτηνιατρικών | κτηνιατρικών | κτηνιατρικών |
| Αιτιατική | κτηνιατρικούς | κτηνιατρικές | κτηνιατρικά |
| Κλητική | κτηνιατρικοί | κτηνιατρικές | κτηνιατρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →