Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κτηνοτροφία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκτροφή (ή και αναπαραγωγή) ζώων με τρόπο συστηματικό, που αποσκοπεί στη χρήση ή πώληση των προϊόντων που παράγονται απ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κτηνοτροφία < ελληνιστική κοινή κτηνοτροφία < κτηνοτρόφος < αρχαία ελληνική κτῆνος + τρέφω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκτηνοτροφίακτηνοτροφίες
Γενικήκτηνοτροφίαςκτηνοτροφιών
Αιτιατικήκτηνοτροφίακτηνοτροφίες
Κλητικήκτηνοτροφίακτηνοτροφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →