Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κτηνοτροφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κτηνοτροφία ή τους κτηνοτρόφους, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κτηνοτροφικός < κτηνοτροφία / κτηνοτρόφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκτηνοτροφικόςκτηνοτροφικήκτηνοτροφικό
Γενικήκτηνοτροφικούκτηνοτροφικήςκτηνοτροφικού
Αιτιατικήκτηνοτροφικόκτηνοτροφικήκτηνοτροφικό
Κλητικήκτηνοτροφικέκτηνοτροφικήκτηνοτροφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκτηνοτροφικοίκτηνοτροφικέςκτηνοτροφικά
Γενικήκτηνοτροφικώνκτηνοτροφικώνκτηνοτροφικών
Αιτιατικήκτηνοτροφικούςκτηνοτροφικέςκτηνοτροφικά
Κλητικήκτηνοτροφικοίκτηνοτροφικέςκτηνοτροφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →