κτηνοτροφικός
•
- που έχει σχέση με την κτηνοτροφία ή τους κτηνοτρόφους, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κτηνοτροφικός < κτηνοτροφία / κτηνοτρόφος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κτηνοτροφικός | κτηνοτροφική | κτηνοτροφικό |
| Γενική | κτηνοτροφικού | κτηνοτροφικής | κτηνοτροφικού |
| Αιτιατική | κτηνοτροφικό | κτηνοτροφική | κτηνοτροφικό |
| Κλητική | κτηνοτροφικέ | κτηνοτροφική | κτηνοτροφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κτηνοτροφικοί | κτηνοτροφικές | κτηνοτροφικά |
| Γενική | κτηνοτροφικών | κτηνοτροφικών | κτηνοτροφικών |
| Αιτιατική | κτηνοτροφικούς | κτηνοτροφικές | κτηνοτροφικά |
| Κλητική | κτηνοτροφικοί | κτηνοτροφικές | κτηνοτροφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →