κτηνωδία
•
- κτηνώδης ενέργεια, απάνθρωπη πράξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κτηνωδία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κτηνωδία (ζωομορφία) < κτηνώδης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κτηνωδία | κτηνωδίες |
| Γενική | κτηνωδίας | κτηνωδιών |
| Αιτιατική | κτηνωδία | κτηνωδίες |
| Κλητική | κτηνωδία | κτηνωδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →