Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κτητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που θέλει να έχει στην κατοχή του κάτι ή που δηλώνει κτήση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κτητικός < αρχαία ελληνική κτητικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκτητικόςκτητικήκτητικό
Γενικήκτητικούκτητικήςκτητικού
Αιτιατικήκτητικόκτητικήκτητικό
Κλητικήκτητικέκτητικήκτητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκτητικοίκτητικέςκτητικά
Γενικήκτητικώνκτητικώνκτητικών
Αιτιατικήκτητικούςκτητικέςκτητικά
Κλητικήκτητικοίκτητικέςκτητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →