κυανοπώγων
•
- κάποιος με κυανή γενειάδα Βικιλεξικό
- μυθικός ήρωας των Γάλλων που είχε τη μανία να φονεύει τις συζύγους του Βικιλεξικό
- συζυγοκτόνος (άνδρας που σκοτώνει γυναίκα)· χαρακτηρισμός ενός ατόμου που φονεύει τις συζύγους του Βικιλεξικό
- αγγλικά : Bluebeard ⁽ᵉⁿ⁾ Βικιλεξικό
- γαλλικά : Barbe bleue ⁽ᶠʳ⁾ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυανοπώγων κυανούς + πώγων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →