κυβέρνια
•
- λαϊκότροποη εξυπηρέτηση των αναγκών της ζωής ή γενικότερα των οικιακών υποθέσεων Βικιλεξικό
- λαϊκότροποοι οικιακές προμήθειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυβέρνια < κυβερνώ + -ια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυβέρνια | κυβέρνιες |
| Γενική | κυβέρνιας | — |
| Αιτιατική | κυβέρνια | κυβέρνιες |
| Κλητική | κυβέρνια | κυβέρνιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →