κυβίστηση
•
- αθλητισμόςτούμπα με στήριξη του κορμού στα χέρια, και στη συνέχεια, επαναφορά σε όρθια στάση στα πόδια, η κωλοτούμπα Βικιλεξικό
- αθλητισμόςη άσκηση πάνω σε δοκό ή στο μονόζυγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυβίστηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κυβίστησις < κυβιστάω / κυβιστῶ (πέφτω με το κεφάλι, γυρίζω τούμπα) < κύμβη (στη σημασία: κεφαλή) :* Δε φαίνεται να σχετίζεται με το κύβος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυβίστηση | κυβιστήσεις |
| Γενική | κυβίστησης | κυβιστήσεων |
| Αιτιατική | κυβίστηση | κυβιστήσεις |
| Κλητική | κυβίστηση | κυβιστήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →