κυβερνητική
•
- επιστήμηη μελέτη, ανάλυση και ρύθμιση της επικοινωνίας στους ζώντες οργανισμούς και τις μηχανές Βικιλεξικό
- 1975 Ζακ Γκυγιωμώ [Jacques Guillaumaud], Κυβερνητική και διαλεκτικός υλισμός, μετάφραση από τα γαλλικά: Κώστας Φιλίνης, (Αθήνα: Θεμέλιο, 1975), σ. 19.
Ετυμολογία
κυβερνητική < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από την αγγλική cybernetics, γαλλική cybernétique.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυβερνητική | κυβερνητικές |
| Γενική | κυβερνητικής | κυβερνητικών |
| Αιτιατική | κυβερνητική | κυβερνητικές |
| Κλητική | κυβερνητική | κυβερνητικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →