κυβευτής
•
- αρχαιοπρεπέςπου παίζει ζάρια ή (κατ’ επέκταση) τυχερά παιχνίδια ή ασχολείται με το χρηματιστήριο χρησιμοποιώντας αθέμιτες πρακτικές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυβευτής < αρχαία ελληνική κυβευτής < κυβεύω < κύβος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυβευτής | κυβευτές |
| Γενική | κυβευτή | κυβευτών |
| Αιτιατική | κυβευτή | κυβευτές |
| Κλητική | κυβευτή | κυβευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →