Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυβευτής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου παίζει ζάρια ή (κατ’ επέκταση) τυχερά παιχνίδια ή ασχολείται με το χρηματιστήριο χρησιμοποιώντας αθέμιτες πρακτικές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυβευτής < αρχαία ελληνική κυβευτής < κυβεύω < κύβος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκυβευτήςκυβευτές
Γενικήκυβευτήκυβευτών
Αιτιατικήκυβευτήκυβευτές
Κλητικήκυβευτήκυβευτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →