κυβικός
•
- ο σχετικός με κύβο, ή που αναπτύσσεται ή μετριέται ως κύβος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυβικός < κύβος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυβικός | κυβική | κυβικό |
| Γενική | κυβικού | κυβικής | κυβικού |
| Αιτιατική | κυβικό | κυβική | κυβικό |
| Κλητική | κυβικέ | κυβική | κυβικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυβικοί | κυβικές | κυβικά |
| Γενική | κυβικών | κυβικών | κυβικών |
| Αιτιατική | κυβικούς | κυβικές | κυβικά |
| Κλητική | κυβικοί | κυβικές | κυβικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →