κυβόφιδο
•
- φίδιείδος μη δηλητηριώδους φιδιού (Natrix tessellate, υποείδος tessellate) που ζει σε λίμνες και ποτάμια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυβόφιδο < κύβο(ς) (το ζάρι) + -ό- φίδ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυβόφιδο | κυβόφιδα |
| Γενική | κυβόφιδου | κυβόφιδων |
| Αιτιατική | κυβόφιδο | κυβόφιδα |
| Κλητική | κυβόφιδο | κυβόφιδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →