κυδωνάτο
•
- γαστρονομίαγλυκό με βασικό υλικό το κυδώνι Βικιλεξικό
- γαστρονομίαφαγητό (με κρέας κ.λπ.) που μαγειρεύεται χρησιμοποιώντας και κυδώνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυδωνάτο < ελληνιστική κοινή κυδωνᾶτον < αρχαία ελληνική κυδώνιος < Κυδωνία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυδωνάτο | κυδωνάτα |
| Γενική | κυδωνάτου | κυδωνάτων |
| Αιτιατική | κυδωνάτο | κυδωνάτα |
| Κλητική | κυδωνάτο | κυδωνάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →